Ο Νώντας είχε κληρονομήσει την άδεια και το μικρό φορτωταξί του πατέρα του. Τον βοηθούσε πάντα τα καλοκαίρια, την είχε μάθει καλά την δουλειά, καλός εργάτης και προσεχτικός. Σεβόταν του αλλουνού την περιουσία. Βαριά και ογκώδη πάτωμα, εύθραυστα, μικρά και ελαφριά πάνω, στηριγμένα καλά, μην κουνηθούν και γίνει καμιά ζημιά.
Δουλευταράς, από την μία νύχτα στην άλλη δούλευε, να περνά καλά το γυναικάκι του και τα παιδιά. Τίποτα δεν τους έλειπε. Νοίκιασε και ένα μαγαζάκι στην πλατεία, έβαλε μέσα γραφείο και όλα τα χρειαζούμενα, μέχρι ψυγείο και μηχανή του καφέ, να έχει να κερνά τους πελάτες του. Τόσο καλά τα πήγαινε. Έφτιαξε και μια μεγάλη επιγραφή,”ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ Ο ΝΩΝΤΑΣ” και όλα καλά, οι δουλειές πηγαίνανε ρολόι και ζάχαρη η ζωή του.
Όλα αυτά πριν, πολύ πριν χτυπήσει και το Νώντα η οικονομική κρίση. Κι από κει που δεν στεκόταν πουθενά και όλο έτρεχε να προλάβει, νατος να κάθεται στο γραφείο και να καπνίζει το να τσιγάρο πάνω στ` άλλο και να μην χτυπά το τηλέφωνο. Ο Νώντας να απελπίζεται και το Δημοσίας του να μαραζώνει παρκαρισμένο μπροστά στο μαγαζί. Ακόμα και το “ΝΩΝΤΑΣ” που είχε ζητήσει να του γράψουν στο μουσαμά της καρότσας, είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.
Η φτώχεια είχε τυλίξει το Νώντα και δεν τον άφηνε να ανασάνει. Τύχαινε βέβαια που και που κάνα αγώι, αλλά τι να σώσει, με χτυπημένες τιμές έμπαινε και μέσα. Ήταν προκομμένος ο Νώντας, ότι του τύχαινε έκανε, το μεροκάματο να βγαίνει. Μέχρι και γκαρσόνι έγινε, μα δεν τα κατάφερε και πολύ καλά. Αυτός δεν είχε μάθει να μεταφέρει δίσκους με νερά και φαγητά μόνο έπιπλα και κούτες και δέματα. Αυτή ήταν η ειδικότητά του. Κούτες, κιβώτια, κουτιά κάθε μεγέθους, μικρά, μεγάλα, συσκευασμένα πράγματα. Ότι είχε αυτή τη μορφή για τον Νώντα ήταν παιχνιδάκι.
Τις ατέλειωτες ώρες που ο Νώντας πέρναγε στο γραφειάκι του σκεφτόταν, όλα στριφογύριζαν στο κεφάλι του. Σπίτι δεν πήγαινε συχνά, ούτε μια καραμέλα δεν είχε να πάει στα μικρά. Τι να κάνει; Το γύρναγε από δω το γύρναγε από κει και τελικά το βρήκε. Να μείνει στις μεταφορές, να αλλάξει αντικείμενο όμως. Υπήρχε ένας τομέας που ίσως και να παρουσίαζε αύξηση τζίρου αυτή την εποχή.
Η αλλαγή που είχε στο μυαλό του ήθελε λεφτά. Πούλησε το ΙΧ του, έβαλε ενέχυρο κάτι χρυσαφικά της γυναίκας του, βοήθησε η μάνα του και ο πεθερός, τσόνταραν και κάτι λίγα οι κολλητοί του και να τος ο Νώντας με το κεφάλαιο να ξεκινήσει την νέα επιχείρηση.
Πέταξε το παλιό του γραφείο και αγόρασε ένα ξύλινο με σκαλίσματα και ακριβό λούστρο, σαν κι αυτά που έχουν οι μεγαλογιατροί και σε πιάνει δέος όταν τα βλέπεις. Βρήκε μια μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα πολύ επιβλητική για να κάθεται αυτός και δύο βελούδινες γκρενά με χρυσά κρόσσια πολύ αναπαυτικές, που τις έστησε μπροστά στο γραφείο για να κάθονται οι πελάτες του. Πήρε και την ανάλογη βιβλιοθήκη ξύλινη με λούστρο και σκαλίσματα σετ με το γραφείο. Σουλούπωσε το φορτηγάκι του, είχε κι αυτό το δικό του ρόλο στην νέα δουλειά. Τίγκα στο λουλούδι, θα μύριζε Άνοιξη από χιλιόμετρα μακριά. Έφτιαξε καινούρια φωτεινή επιγραφή μωβ, ζήτησε να του γράψουν με χρυσά καλλιγραφικά γράμματα “ο Νώντας” και από κάτω με κεφαλαία μαύρα και πολύ μικρά “ΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ” .
Ήταν όλα έτοιμα για να ξεκινήσει, άναψε όλα τα φώτα και την επιγραφή και πετάχτηκε απέναντι στην πλατεία να χαζέψει το νέο του μαγαζάκι.
Κάτι έλειπε όμως. Την επόμενη μέρα παράγγειλε ακόμα μία φωτεινή επιγραφή μικρότερη, κίτρινη με μαύρα κεφαλαία γράμματα. Την έστησε στη βιτρίνα να την βλέπουν όλοι, να φαίνεται από μακριά.
Η διάταξη ήταν απλή.
“ΔΙΑΝΥΧΤΕΡΕΥΕΙ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΕΛΕΤΩΝ.”
Αρθρογράφος: Μεταξία Δρογώση